Διαβάζοντας παλιούς
τζαζζίστες να λένε ιστορίες για άλλα γατόνια, αρχίζεις να υποψιάζεσαι ποιον από
αυτούς θα μπορούσες να συμπαθείς ή όχι. Γνωρίζοντας και τη μουσική τους,
μπορείς να φτιάξεις μια ξεκάθαρη εικόνα για το άτομο τους και να σκαλώσεις με
κάποιους.
Ένας απ’αυτούς που κέρδισαν το ενδιαφέρον μου, νωρίς μάλιστα, πριν πολλά χρόνια, όταν με δυσκολία μπορούσα να ακούσω έναν ολόκληρο Jazz δίσκο, ήταν ο Bobby Hutcherson. Αυτά που λεγόντουσαν γι’αυτόν, θετικά κι αρνητικά, μου ταίριαζαν ώστε να αρχίσω να παρακολουθώ τη μουσική του και τις κινήσεις του. Ακόμα δεν έχω γνωρίσει το σύνολο του έργου του, αλλά ένα σεβαστό μέρος του σίγουρα.
Ο Bobby Hutcherson γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Los Angeles. Προερχόταν από μια οικογένεια που είχε στενές σχέσεις με τη μουσική κι έτσι από πιτσιρικάς άρχισε να βγάζει το ψωμάκι του παίζοντας από δω κι από κει με κάποια ήδη καταξιωμένα γατόνια. Φήμες λένε ότι στα 14 του, αποφάσισε να διαλέξει για τσεκούρι του το βιμπράφωνο όταν άκουσε τον Milt Jackson να βαράει με ένα τέτοιο στο Bemsha Swing, το κομμάτι που άνοιγε τον δίσκο του Miles Davis All Stars, Volume 2, μια σύνθεση των Denzil Best & Thelonious Monk. Παρόμοιο όργανο ήταν και η μαρίμπα, οπότε έιπε να το μάθει κι αυτό. Πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι να αποκτήσει τον τίτλο του σπουδαιότερου βιμπραφωνίστα σ’αυτόν εδικά το γαλαξία, αλλά τα κατάφερε.
Αργότερα, το 1962 θα εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη, στο Μπρονξ, ένα χρόνο αργότερα θα κυκλοφορίσει τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, ενώ τα πρωϊνά εργάζεται σαν οδηγός ταξί για να τα βγάζει πέρα. Έρχεται και το συμβόλαιο με την Blue Note κι από τότε αρχίζει κι ανεβαίνει κι ανεβαίνει κι ανεβαίνει...
Δυστυχώς γι’αυτόν και τον κολλητό του, τον ντράμερ Joe Chambers, το 67 συλλαμβάνονται στο Central Park για κατοχή μικροποσότητας χόρτου (μετά τη δύση του ήλιου έλα να πάμε μια τσάρκα, πίσω στα πάρκα που ακούμε ραπ και ψήνουμε σάρκα κλπ κλπ) του παίρνουν την άδεια για το ταξί και την NYCCC (New York City Cabaret Card – η άδεια για να δουλεύεις σε νυχτερινά μαγαζιά στο μηλαράκι) και μ’αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά εκδιώκεται απ’το Νιου Γιόρκι μιας που δε μπορεί να βγάλει πια το ψωμάκι του εκεί. Εντάξει δεν ήταν κι ο πρώτος, έτσι την πάθανε κι άλλοι, πχ η Billie Holliday, o Thelonious Monk, o Chet Baker...
Τέλος πάντων, τότε δούλευε με τον Hank Mobley σ’ένα μαγαζί και τσοντάρανε όλα τα γατόνια κάτιτις για την αποφυλάκιση του (ο Joe ήταν πιο τυχερός, είχε φράγκα μαζί του και δεν έκατσε για μέρες στο κρατητήριο σαν τον φίλο μας τον Bobby, αλλά μ’αυτόν τον τρόπο έριξε σύρμα στην πιάτσα για το γεγονός κι έτσι μαζεύτηκαν τα χρήματα – έχει πλάκα να διαβάσεις την ιστορία στη συνέντευξη που έδωσε ο Bobby στη Molly Murphy το 2009).
Επιστροφή στο Los Angeles (εντάξει λίγο πιο έξω) αλλά χωρίς να αλλάξει κάτι στην ανοδική πορεία του.
Πειραματισμοί, avant-garde, hard bop, fusion, βγαίνει το Bitches Brew του Miles Davis το 1970, και γίνεται κακός χαμός, οι μπαμπούλες – boogie man κριτικοί κράζουν, οι μουσικοί όμως νιώθουν τι έχει συμβεί, επηρεάζονται και κάπως έτσι φτάνουμε και στο Head On του Hutcherson, ο 13ος δίσκος του που κυκλοφόρησε το 1971.
Το Head On δεν είναι κανένας εύκολος, πιασάρικος δίσκος. Θέλει προσοχή, θέλει να φέρει μερικές στροφές μέχρι να καταλάβεις με τι έχεις να κάνεις. Ακροβατεί ανάμεσα στο fusion, το post bop και το hard bop κι έχει φάσεις free Jazz & avant-garde. Αλλάζει με ευκολία περιβάλλον κι από εξωτικό γίνεται αστικό και το ανάποδο. Δεν είναι απ’τις πιο γνωστές στιγμές του Bobby, αλλά για μένα είναι μια απ’τις πιο ενδιαφέρουσες. Στο άλμπουμ συμμετέχουν καμιά εικοσαριά μουσικοί (πολλοί απ’αυτούς είναι ονόματα) και βάλε και οι συνθέσεις είναι του Todd Cochran (πιάνο/συνθ), εκτός από μια το Mtume που είναι του ίδιου του Bobby Hutcherson.
1. At The Source
Κινηματογραφική εισαγωγή, την θεωρώ λίγο τραβηγμένη στο πρώτο της μισό. Μετα φτιάχνει. Ο Bobby βάλθηκε εδώ να μας δείξει μερικές τεχνικές με το βιμπράφωνο που μάλλον ήταν πρωτόγνωρες εκείνη την εποχή. Η λέξη που περιγράφει καλύτερα το κομμάτι νομίζω είναι “ογκώδες”. Χωρίζεται σε τρία μέρη για κάποιον άγνωστο σε μένα λόγο, a) Ashes & Rust, b) Eucalyptus και c) Obsidian. Το’χει σαμπλάρει ο One Be Lo στο E.T.
2. Many Thousands Gone
Είναι ωραίο να ακούς ένα κομμάτι και μάλιστα χωρίς λόγια, και μόνο από τη μουσική να σου ‘ρχονται στο μυαλό εικόνες τόσο συνεκτικά και ξεκάθαρα. Εδώ για παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός θρίλερ όπου ο φακός κάνει ζουμ κι εστιάζει σε μια λεπτομέρια από την οποία ξετυλίγεται το κουβάρι των εξελίξεων. Απόλυτα κινηματογραφική αισθητική στον τρόπο που παίζει το βιμπράφωνο. Ίσως και καρτουνίστικη διάθεση. Έχουμε Congas, Bongos κι άλλα κρουστά που λατρεύω να ακούω, ειδικά σε fusion περιβάλλον. Κατά κάποιον τρόπο νιώθεις να σου ακονίζει το μυαλό η σύνθεση, σαν να σε βάζει σε μια διαδικασία ασκήσεων μνήμης ή κάτι τέτοιο, ε πως να το πω είναι περίεργα πράματα αυτά τώρα. Στα 11μιση λεπτά ο πρωταγωνιστής αλλάζει αρκετές φορές. Αλλού είναι το βιμπράφωνο, αλλού το μπάσσο, αλλού η τρομπέτα ή το σαξόφωνο, αλλού το ηλεκτρικό πιάνο. Αυτό που έλεγα πριν, ότι το περιβάλλον αλλάζει από αστικό σε εξωτικό κλπ, συμβαίνει εδώ ήδη αρκετές φορές.
3. Mtume
Η μοναδική σύνθεση του Hutcherson στο άλμπουμ. Οι έξυπνοι hiphop παραγωγοί θα μπορούσαν να βγάλουν διαμάντια εδώ, αν και στην πραγματικότητα όλος ο δίσκος προσφέρεται για κάτι τέτοιο.
Σου δίνει την εντύπωση ότι είναι το κεντρικό κομμάτι του δίσκου, κάτι σαν τον κορμό ενός σώματος.
Εδώ παίζει και λίγο spiritual φάση νομίζω. Κάτι από Sun Ra ή από Pharoah Sanders ίσως. Σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι το κομμάτι είναι περιπετειώδης και περιέχει κάποιες από τις αρμονικές εξερευνήσεις του Hutcherson.
4. Clockwork Of The Spirits
Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, η εισαγωγή του δίσκου που χωρίζεται σε 3 μέρη (θυμάσαι;) ουσιαστικά στήνει τον δίσκο και σε προϊδεάζει για την κλιμάκωση και αποκλιμάκωση του. Κάθε μέρος της εισαγωγής ταιριάζει με το αντίστοιχο από τα 3 επόμενα κομμάτια. Καλή φάση. Μ’αρέσουν αυτοί οι συσχετισμοί.
Εδώ έχουμε το πιο βατό (αλλά συνάμα και σκοτεινό) σημείο του δίσκου, εκτός από κάποια ενδιάμεσα όπου κάποιο όργανο ξεφεύγει κι οργιάζει, ο ρυθμός και η μελωδία είναι πιο συνεκτικά. Κι εδώ μου θυμίζει λίγο πρώιμο Sun Ra ίσως στο The Nubians Of Plutonia. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς το ηλεκτρικό πιάνο, αλλά τι λέω, λες και δεν αξίζει να παρατηρήσεις τα υπόλοιπα.
Υποστηρίζω ότι το Head On, έκανε κάποιες ανακαλύψεις στον τομέα του fusion ήχου, παίρνοντας φόρα από το Bitches Brew που για μένα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του είδους, εκείνη την εποχή τουλάχιστον. Θεωρώ πως έβαλε ένα λιθαράκι σ’αυτήν την εξερεύνηση το Head On, όπως κι άλλοι δίσκοι εκείνη την εποχή, πχ το Crossings του Herbie Hancock. Και γι’αυτόν τον λόγο είναι σημαντικό. Ο Bobby Hutcherson δεν έμεινε εδώ για πάρα πολύ, άλλαξε πολλά στυλ, και πειραματίστηκε με πολλά είδη. Από το 2007 έπασχε όμως από εμφύσημα και τελικά τον δεκαπενταύγουστο του 2016 μας άφησε, από την Montara της California.
Το 2008 όμως, το Head On επανεκδίδεται σε cd και περιλαμβάνει 3 κομμάτια που όλα αυτά τα χρόνια είχαν παραμείνει σφραγισμένα στη κονσέρβα. Άλλες 2 συνθέσεις του Todd Cochran και μία ακόμα του Bobby Hutcherson (το Hey Harold).
5. Togo Land
Cool ρυθμός και ιντριγκαδόρικος συνδιασμός τρομπέτας-σαξοφώνου, το κομμάτι ξεφεύγει λίγο από την συνεκτικότητα του original album, αλλά όχι αρκετά για να πεις ότι είναι και ξέμπαρκο. Με λίγο φαντασία και πιο συντηρητική ενορχήστρωση, θα έλεγε κανείς ότι θυμίζει το Pass The Plate από The Crusaders αν δε το πήγαιναν προς Soul/Rhythm&Blues.
6. Jonathan
Εδώ έχουμε μια fusion μπαλάντα. Το βιμπράφωνο παίζει με διάφορους τρόπους, το μπάσσο έχει κάποια ωραία ξεσπάσματα, αλλά κατά την ταπεινή μου γνώμη μιλάμε για το ποιο αδιάφορο κομμάτι του συνόλου. Χωρίς να λέω ότι δεν αξίζει. Στο δεύτερο μισό, γίνεται πιο ενδιαφέρον.
7. Hey Harold
Μπαίνει σούπερcool και γουστόζικα, σε κάνει να αισθάνεσαι ότι είσαι έξω από κάποιες τούβλινα επενδυμένες πολυκατοικίες κάπου στο ανατολικό Μπρονξ. Το κυρίως θέμα που παίζει στο κομμάτι είναι σα να φωνάζει κάποιος πραγματικά “Hey Harold” κι αυτό μου φαίνεται πολύ διασκεδαστικό.
Ο ρυθμός είναι φανταστικός, έβλεπα κάτι βίντεο κάποια στιγμή με τον Damu the Dudgemunk να βαράει τα ντραμς του δείχνοντας κάτι ρυθμούς κι έπαιζε κάτι αντίστοιχο. Γενικά ξεχειλίζει coolness το κομμάτι. Μη ξεχνάμε είναι σύνθεση του Bobby Hutcherson κι ο τίτλος μάλλον αναφέρεται στον σαξοφωνίστα/φλογερίστα του, τον Harold Land. 18 λεπτά σχεδόν παρακαλώ. Καλή διασκέδαση!
Το καλό με τα 3 “καινούρια” κομμάτια στην επανέκδοση του άλμπουμ σε cd, είναι ότι δε χαλάνε τη συνοχή του original album. Δεν το διαφοροποιούν ως προς το που στοχεύει μουσικά, δε του χαλάνε τον χαρακτήρα. Το κακό είναι ότι δεν έχει βγει ακόμα μια διπλή έκδοση βινυλίου που να τα συμπεριλαμβάνει κι αυτά. Ποτέ δεν θα είναι αργά όμως.
Ο Bobby Hutcherson μου είναι συμπαθής γιατί πάντα μου έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου που πασχίζει να τα βγάλει πέρα με όποιους τρόπους μπορούσε, δεν το έβαζε κάτω παρά τις αναποδιές και ήταν απόλυτα ειλικρινής. Αυτά τα στοιχεία βγαίνουν και στη μουσική του. Δες μόνο το εξώφυλλο/οπισθόφυλλο του δίσκου και θα καταλάβεις. Έχει τη νεανική τρέλα, την αλητεία του μαύρου μουσικού των δεκαετιών 60’s & 70’s και την ντεμοντίλα του λαϊκού βιοπαλαιστή. Ανεκτίμητες αξίες.
Ο δίσκος είναι για όλους όσους έχουν υπομονή και εξοικείωση με τον συγκεκριμένο ήχο. Αλλά θα τον βρείς δύσκολα. Ακόμα και στην αμερική διατίθονται περιορισμένα κομμάτια. Την επανέκδοση του cd πάντως, μπορείς να την βρείς. Σε κάθε περίπτωση, δε μιλάμε για τον κλασσικό δίσκο που δεν πρέπει να λείπει απ’τη δισκοθήκη σου, αλλά είναι μια πολύ δυνατή προσθήκη σε κάθε συλλογή.
Ένας απ’αυτούς που κέρδισαν το ενδιαφέρον μου, νωρίς μάλιστα, πριν πολλά χρόνια, όταν με δυσκολία μπορούσα να ακούσω έναν ολόκληρο Jazz δίσκο, ήταν ο Bobby Hutcherson. Αυτά που λεγόντουσαν γι’αυτόν, θετικά κι αρνητικά, μου ταίριαζαν ώστε να αρχίσω να παρακολουθώ τη μουσική του και τις κινήσεις του. Ακόμα δεν έχω γνωρίσει το σύνολο του έργου του, αλλά ένα σεβαστό μέρος του σίγουρα.
Ο Bobby Hutcherson γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Los Angeles. Προερχόταν από μια οικογένεια που είχε στενές σχέσεις με τη μουσική κι έτσι από πιτσιρικάς άρχισε να βγάζει το ψωμάκι του παίζοντας από δω κι από κει με κάποια ήδη καταξιωμένα γατόνια. Φήμες λένε ότι στα 14 του, αποφάσισε να διαλέξει για τσεκούρι του το βιμπράφωνο όταν άκουσε τον Milt Jackson να βαράει με ένα τέτοιο στο Bemsha Swing, το κομμάτι που άνοιγε τον δίσκο του Miles Davis All Stars, Volume 2, μια σύνθεση των Denzil Best & Thelonious Monk. Παρόμοιο όργανο ήταν και η μαρίμπα, οπότε έιπε να το μάθει κι αυτό. Πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι να αποκτήσει τον τίτλο του σπουδαιότερου βιμπραφωνίστα σ’αυτόν εδικά το γαλαξία, αλλά τα κατάφερε.
Αργότερα, το 1962 θα εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη, στο Μπρονξ, ένα χρόνο αργότερα θα κυκλοφορίσει τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, ενώ τα πρωϊνά εργάζεται σαν οδηγός ταξί για να τα βγάζει πέρα. Έρχεται και το συμβόλαιο με την Blue Note κι από τότε αρχίζει κι ανεβαίνει κι ανεβαίνει κι ανεβαίνει...
Δυστυχώς γι’αυτόν και τον κολλητό του, τον ντράμερ Joe Chambers, το 67 συλλαμβάνονται στο Central Park για κατοχή μικροποσότητας χόρτου (μετά τη δύση του ήλιου έλα να πάμε μια τσάρκα, πίσω στα πάρκα που ακούμε ραπ και ψήνουμε σάρκα κλπ κλπ) του παίρνουν την άδεια για το ταξί και την NYCCC (New York City Cabaret Card – η άδεια για να δουλεύεις σε νυχτερινά μαγαζιά στο μηλαράκι) και μ’αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά εκδιώκεται απ’το Νιου Γιόρκι μιας που δε μπορεί να βγάλει πια το ψωμάκι του εκεί. Εντάξει δεν ήταν κι ο πρώτος, έτσι την πάθανε κι άλλοι, πχ η Billie Holliday, o Thelonious Monk, o Chet Baker...
Τέλος πάντων, τότε δούλευε με τον Hank Mobley σ’ένα μαγαζί και τσοντάρανε όλα τα γατόνια κάτιτις για την αποφυλάκιση του (ο Joe ήταν πιο τυχερός, είχε φράγκα μαζί του και δεν έκατσε για μέρες στο κρατητήριο σαν τον φίλο μας τον Bobby, αλλά μ’αυτόν τον τρόπο έριξε σύρμα στην πιάτσα για το γεγονός κι έτσι μαζεύτηκαν τα χρήματα – έχει πλάκα να διαβάσεις την ιστορία στη συνέντευξη που έδωσε ο Bobby στη Molly Murphy το 2009).
Επιστροφή στο Los Angeles (εντάξει λίγο πιο έξω) αλλά χωρίς να αλλάξει κάτι στην ανοδική πορεία του.
Πειραματισμοί, avant-garde, hard bop, fusion, βγαίνει το Bitches Brew του Miles Davis το 1970, και γίνεται κακός χαμός, οι μπαμπούλες – boogie man κριτικοί κράζουν, οι μουσικοί όμως νιώθουν τι έχει συμβεί, επηρεάζονται και κάπως έτσι φτάνουμε και στο Head On του Hutcherson, ο 13ος δίσκος του που κυκλοφόρησε το 1971.
Το Head On δεν είναι κανένας εύκολος, πιασάρικος δίσκος. Θέλει προσοχή, θέλει να φέρει μερικές στροφές μέχρι να καταλάβεις με τι έχεις να κάνεις. Ακροβατεί ανάμεσα στο fusion, το post bop και το hard bop κι έχει φάσεις free Jazz & avant-garde. Αλλάζει με ευκολία περιβάλλον κι από εξωτικό γίνεται αστικό και το ανάποδο. Δεν είναι απ’τις πιο γνωστές στιγμές του Bobby, αλλά για μένα είναι μια απ’τις πιο ενδιαφέρουσες. Στο άλμπουμ συμμετέχουν καμιά εικοσαριά μουσικοί (πολλοί απ’αυτούς είναι ονόματα) και βάλε και οι συνθέσεις είναι του Todd Cochran (πιάνο/συνθ), εκτός από μια το Mtume που είναι του ίδιου του Bobby Hutcherson.
1. At The Source
Κινηματογραφική εισαγωγή, την θεωρώ λίγο τραβηγμένη στο πρώτο της μισό. Μετα φτιάχνει. Ο Bobby βάλθηκε εδώ να μας δείξει μερικές τεχνικές με το βιμπράφωνο που μάλλον ήταν πρωτόγνωρες εκείνη την εποχή. Η λέξη που περιγράφει καλύτερα το κομμάτι νομίζω είναι “ογκώδες”. Χωρίζεται σε τρία μέρη για κάποιον άγνωστο σε μένα λόγο, a) Ashes & Rust, b) Eucalyptus και c) Obsidian. Το’χει σαμπλάρει ο One Be Lo στο E.T.
2. Many Thousands Gone
Είναι ωραίο να ακούς ένα κομμάτι και μάλιστα χωρίς λόγια, και μόνο από τη μουσική να σου ‘ρχονται στο μυαλό εικόνες τόσο συνεκτικά και ξεκάθαρα. Εδώ για παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός θρίλερ όπου ο φακός κάνει ζουμ κι εστιάζει σε μια λεπτομέρια από την οποία ξετυλίγεται το κουβάρι των εξελίξεων. Απόλυτα κινηματογραφική αισθητική στον τρόπο που παίζει το βιμπράφωνο. Ίσως και καρτουνίστικη διάθεση. Έχουμε Congas, Bongos κι άλλα κρουστά που λατρεύω να ακούω, ειδικά σε fusion περιβάλλον. Κατά κάποιον τρόπο νιώθεις να σου ακονίζει το μυαλό η σύνθεση, σαν να σε βάζει σε μια διαδικασία ασκήσεων μνήμης ή κάτι τέτοιο, ε πως να το πω είναι περίεργα πράματα αυτά τώρα. Στα 11μιση λεπτά ο πρωταγωνιστής αλλάζει αρκετές φορές. Αλλού είναι το βιμπράφωνο, αλλού το μπάσσο, αλλού η τρομπέτα ή το σαξόφωνο, αλλού το ηλεκτρικό πιάνο. Αυτό που έλεγα πριν, ότι το περιβάλλον αλλάζει από αστικό σε εξωτικό κλπ, συμβαίνει εδώ ήδη αρκετές φορές.
3. Mtume
Η μοναδική σύνθεση του Hutcherson στο άλμπουμ. Οι έξυπνοι hiphop παραγωγοί θα μπορούσαν να βγάλουν διαμάντια εδώ, αν και στην πραγματικότητα όλος ο δίσκος προσφέρεται για κάτι τέτοιο.
Σου δίνει την εντύπωση ότι είναι το κεντρικό κομμάτι του δίσκου, κάτι σαν τον κορμό ενός σώματος.
Εδώ παίζει και λίγο spiritual φάση νομίζω. Κάτι από Sun Ra ή από Pharoah Sanders ίσως. Σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι το κομμάτι είναι περιπετειώδης και περιέχει κάποιες από τις αρμονικές εξερευνήσεις του Hutcherson.
4. Clockwork Of The Spirits
Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, η εισαγωγή του δίσκου που χωρίζεται σε 3 μέρη (θυμάσαι;) ουσιαστικά στήνει τον δίσκο και σε προϊδεάζει για την κλιμάκωση και αποκλιμάκωση του. Κάθε μέρος της εισαγωγής ταιριάζει με το αντίστοιχο από τα 3 επόμενα κομμάτια. Καλή φάση. Μ’αρέσουν αυτοί οι συσχετισμοί.
Εδώ έχουμε το πιο βατό (αλλά συνάμα και σκοτεινό) σημείο του δίσκου, εκτός από κάποια ενδιάμεσα όπου κάποιο όργανο ξεφεύγει κι οργιάζει, ο ρυθμός και η μελωδία είναι πιο συνεκτικά. Κι εδώ μου θυμίζει λίγο πρώιμο Sun Ra ίσως στο The Nubians Of Plutonia. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς το ηλεκτρικό πιάνο, αλλά τι λέω, λες και δεν αξίζει να παρατηρήσεις τα υπόλοιπα.
Υποστηρίζω ότι το Head On, έκανε κάποιες ανακαλύψεις στον τομέα του fusion ήχου, παίρνοντας φόρα από το Bitches Brew που για μένα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του είδους, εκείνη την εποχή τουλάχιστον. Θεωρώ πως έβαλε ένα λιθαράκι σ’αυτήν την εξερεύνηση το Head On, όπως κι άλλοι δίσκοι εκείνη την εποχή, πχ το Crossings του Herbie Hancock. Και γι’αυτόν τον λόγο είναι σημαντικό. Ο Bobby Hutcherson δεν έμεινε εδώ για πάρα πολύ, άλλαξε πολλά στυλ, και πειραματίστηκε με πολλά είδη. Από το 2007 έπασχε όμως από εμφύσημα και τελικά τον δεκαπενταύγουστο του 2016 μας άφησε, από την Montara της California.
Το 2008 όμως, το Head On επανεκδίδεται σε cd και περιλαμβάνει 3 κομμάτια που όλα αυτά τα χρόνια είχαν παραμείνει σφραγισμένα στη κονσέρβα. Άλλες 2 συνθέσεις του Todd Cochran και μία ακόμα του Bobby Hutcherson (το Hey Harold).
5. Togo Land
Cool ρυθμός και ιντριγκαδόρικος συνδιασμός τρομπέτας-σαξοφώνου, το κομμάτι ξεφεύγει λίγο από την συνεκτικότητα του original album, αλλά όχι αρκετά για να πεις ότι είναι και ξέμπαρκο. Με λίγο φαντασία και πιο συντηρητική ενορχήστρωση, θα έλεγε κανείς ότι θυμίζει το Pass The Plate από The Crusaders αν δε το πήγαιναν προς Soul/Rhythm&Blues.
6. Jonathan
Εδώ έχουμε μια fusion μπαλάντα. Το βιμπράφωνο παίζει με διάφορους τρόπους, το μπάσσο έχει κάποια ωραία ξεσπάσματα, αλλά κατά την ταπεινή μου γνώμη μιλάμε για το ποιο αδιάφορο κομμάτι του συνόλου. Χωρίς να λέω ότι δεν αξίζει. Στο δεύτερο μισό, γίνεται πιο ενδιαφέρον.
7. Hey Harold
Μπαίνει σούπερcool και γουστόζικα, σε κάνει να αισθάνεσαι ότι είσαι έξω από κάποιες τούβλινα επενδυμένες πολυκατοικίες κάπου στο ανατολικό Μπρονξ. Το κυρίως θέμα που παίζει στο κομμάτι είναι σα να φωνάζει κάποιος πραγματικά “Hey Harold” κι αυτό μου φαίνεται πολύ διασκεδαστικό.
Ο ρυθμός είναι φανταστικός, έβλεπα κάτι βίντεο κάποια στιγμή με τον Damu the Dudgemunk να βαράει τα ντραμς του δείχνοντας κάτι ρυθμούς κι έπαιζε κάτι αντίστοιχο. Γενικά ξεχειλίζει coolness το κομμάτι. Μη ξεχνάμε είναι σύνθεση του Bobby Hutcherson κι ο τίτλος μάλλον αναφέρεται στον σαξοφωνίστα/φλογερίστα του, τον Harold Land. 18 λεπτά σχεδόν παρακαλώ. Καλή διασκέδαση!
Το καλό με τα 3 “καινούρια” κομμάτια στην επανέκδοση του άλμπουμ σε cd, είναι ότι δε χαλάνε τη συνοχή του original album. Δεν το διαφοροποιούν ως προς το που στοχεύει μουσικά, δε του χαλάνε τον χαρακτήρα. Το κακό είναι ότι δεν έχει βγει ακόμα μια διπλή έκδοση βινυλίου που να τα συμπεριλαμβάνει κι αυτά. Ποτέ δεν θα είναι αργά όμως.
Ο Bobby Hutcherson μου είναι συμπαθής γιατί πάντα μου έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου που πασχίζει να τα βγάλει πέρα με όποιους τρόπους μπορούσε, δεν το έβαζε κάτω παρά τις αναποδιές και ήταν απόλυτα ειλικρινής. Αυτά τα στοιχεία βγαίνουν και στη μουσική του. Δες μόνο το εξώφυλλο/οπισθόφυλλο του δίσκου και θα καταλάβεις. Έχει τη νεανική τρέλα, την αλητεία του μαύρου μουσικού των δεκαετιών 60’s & 70’s και την ντεμοντίλα του λαϊκού βιοπαλαιστή. Ανεκτίμητες αξίες.
Ο δίσκος είναι για όλους όσους έχουν υπομονή και εξοικείωση με τον συγκεκριμένο ήχο. Αλλά θα τον βρείς δύσκολα. Ακόμα και στην αμερική διατίθονται περιορισμένα κομμάτια. Την επανέκδοση του cd πάντως, μπορείς να την βρείς. Σε κάθε περίπτωση, δε μιλάμε για τον κλασσικό δίσκο που δεν πρέπει να λείπει απ’τη δισκοθήκη σου, αλλά είναι μια πολύ δυνατή προσθήκη σε κάθε συλλογή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου